Αρχική Blog Σελίδα 43

ΤΑ ΟΥΡΛΙΑΧΤΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΥ

«Τα ουρλιαχτά της σιωπής»


Αγαπημένη και αγαπημένε μου,
Το έχεις ακούσει, το έχεις βιώσει, το έχεις δει και εσύ. Eίσαι η Μπεκατώρου, η Τούνη, η Τοπαλούδη, ο Γιακουμάκης, ο Ζακ, η ανώνυμη φοιτήτρια του ΑΠΘ, η «απλή» μάνα, η κόρη, η σύντροφος, είσαι ακόμη, ένα μικρό παιδί. Η Σοφία των συγκρούσεων και της πάλης του ορθού, η Σοφία που τσέπωσε το μεταλλείο πρώτα, την αναγνώριση, την καριέρα, που άνοιξε τη πόρτα και μπήκε μόνη της και σε χρόνο που έχει ανάγκη την δημοσιότητα πετάει τη βόμβα και κυκλοφορεί σαν φάντασμα που τους στοιχειώνει όλους, παντού στην Αθήνα.

Στον εισαγγελέα πρωτοδικών, η Σοφία να καταθέτει το δικό της «συμβάν», τη περίπτωση συναθλήτριας στο χώρο της ιστιοπλοΐας παρόλο που οι εισαγγελικές αρχές δεν μπορούν να προβούν σε κάποια περαιτέρω ενέργεια και τα αδικήματα που καταγγέλθηκαν έχουν υποπέσει σε παραγραφή «προσβάλλονται θεμελιώδη προστατευόμενα έννομα αγαθά της ίδιας της γενετήσιας ελευθερίας, της τιμής και της αξιοπρέπειας στο χώρο της ελευθερίας αυτής ή που αυτά στρέφονται κατά της ανηλικότητας».

Πλάι της όλοι, η κυβέρνηση, η αντιπολίτευση, διάσημοι και μη εσύ, εγώ δεν είναι θέμα φεμινισμού δεν είναι θέμα αντρίλας, ενός κατώτερου και ανώτερου φύλου αλλά θέμα συναισθηματικής ετοιμότητας σε όλα τα επίπεδα, σεβασμού προς τον άλλον, σεβασμού στο διαφορετικό, σεβασμού στην γυναίκα, στο παιδί, σε όλα. Το τρολάρισμα της κοινωνίας καθημερινό με τις καθιερωμένες σεξιστικές συμπεριφορές και αντιλήψεις να δημιουργούν τις «Σοφίες» της κοινωνίας, το χαλί να γίνεται μοκέτα και να αντιμάχεται την αλληλοϋποστήριξη και την δικαιοσύνη. Δεν άνοιξε το δρόμο για το ελληνικό κίνημα #metoo εξαιτίας της σεξουαλικής παρενόχλησης που υπέστη το 1998 απλά έδειξε και ονόμασε το δικό της έγκλημα 23 χρόνια μετά.


Σε εκείνους που υποστηρίζουν λοιπόν πως δεν ειπώθηκε νωρίτερα εσκεμμένα θα απαντώ «Η ματιά των γυναικών εκφράζει ό,τι αποσιωπά η γλώσσα». Η ματιά του “Δεν σταματούσε ότι και να του έλεγα”. Καμία δεν είναι η μόνη ούτε και μόνη. Πότε θα ξεσπάσει ολόκληρη η σιωπή;

Επιμέλεια κειμένου
Μανωλοπούλου Μαριάννα
Αρθρογράφος, Συνεργάτης COA

ΒΓΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΥΤΙ, ΠΑΠΑΔΑΝΙΗΛ ΕΛΠΙΔΑ

Βγες από το κουτί

Πανδημία και lockdown, ένα βίαιο και απότομο φρενάρισμα των κοινωνικών μας δραστηριοτήτων. Σύμφωνα με την έρευνα που διενήργησε η Focus Bari, η διείσδυση του Ίντερνετ στους Έλληνες μεταξύ 16-74 χρόνων έχει φτάσει στο 92%, ενώ ακόμα και οι μεγαλύτερες ηλικίες, οι άνω των 55 ετών, συμπεριλαμβάνονται πλέον ενεργά στον «digital world». Η σχέση εξάρτησης που έχουν αναπτύξει οι Έλληνες  με το διαδίκτυο κατά τη διάρκεια του lockdown, ενισχύει το συναίσθημα της μοναξιάς και της κατάθλιψης, στερώντας τους χρόνο, αλλά και ενέργεια, από άλλες δραστηριότητας.

«Ουσιαστικά, όλοι οι Έλληνες είναι πλέον χρήστες Ίντερνετ, ενώ οι συνθήκες της πανδημίας πυροδότησαν την ήδη υπάρχουσα τάση ανάπτυξης της digital ζωής στην καθημερινότητα: όλοι ενημερωνόμαστε, διασκεδάζουμε, ψυχαγωγούμαστε, επικοινωνούμε, φλερτάρουμε αλλά  και χωρίζουμε, κοινωνικοποιούμαστε, προβάλλουμε και προσφέρουμε τις επαγγελματικές μας υπηρεσίες, αλλά και ψωνίζουμε, διαδικτυακά», σημειώνει η έρευνα. Και όλα αυτά με τη βοήθεια ενός κουμπιού, με ένα κλικ. Ένα κλικ που μας δίνει την εξουσία και τη δύναμη που τόσο επιθυμούμε να έχουμε. Ακροβατούμε ανάμεσα στην ουτοπία και τη δυστοπία χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.

Εφορεύουμε τη ζωή μας γύρω από μια αίσθηση τελειότητας, βιώνοντας μια κίβδηλη πραγματικότητα επειδή παίρνουμε βραχυπρόθεσμες εγκρίσεις, καρδούλες και likes… Πρόκειται για μια πρόσκαιρη δημοσιότητα που όμως μας δημιουργεί ένα τεράστιο κενό μια και ωθούμαστε σε ένα φαύλο κύκλο. Διαθέτουμε μια «ψηφιακή πιπίλα» δίπλα μας και τη χρησιμοποιούμε όταν νιώθουμε φόβο, μοναξιά, απογοήτευση, αφού είμαστε ανίκανοι να αντιμετωπίσουμε και να διαχειριστούμε τα προβλήματά μας.

Μιλάμε για ένα νέο κατασκοπευτικό καπιταλισμό, με στόχο τη συνεχή  παρακολούθηση ανθρώπων μέσω της τεχνολογίας και τη χειραγώγησή τους. Μια νέα πιο ευάλωτη και θλιμμένη γενιά που στο κέντρο της ζωής της έχει την εξαπάτηση και το δόλο.

Τα social είναι αδηφάγα καθώς σε διεκδικούν και σε κερδίζουν με κάθε τρόπο αλλά και με προσωπικό κόστος.

Το θέμα είναι πως ξυπνάς από ένα Matrix όταν δεν γνωρίζεις ότι είσαι μέσα;

Επιμέλεια κειμένου
Παπαδανιήλ Ελπίδα
Αρθρογράφος, Συνεργάτης COA

ΠΕΝΤΕ ΛΕΠΤΑ, ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΑΡΧΑΡΙΔΗΣ

Τρία Θεατρικά έργα που αναδεικνύουν σε όλο τους το μεγαλείο την «ωριμότητα» της συγγραφικής πένας του Σταύρου Παρχαρίδη από τις εκδόσεις Ανάτυπο

«Έφυγα… δεν ένοιωσα ούτε χαρά ούτε λύπη…
για αυτό που είχα κάνει…
μα το χειρότερο είναι ότι μέχρι σήμερα ποτέ δεν ένοιωσα ντροπή…
όχι που έκανα αυτό που έκανα,
αλλά πού δεν τον άφησα να ζήσει με την ντροπή…»
Σταύρος Παρχαρίδης
Εκδόσεις Ανάτυπο

Η ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΗ ΦΡΥΝΗ-ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΗ ΑΦΡΟΔΙΤΗ, ΓΕΩΡΓΙΑ ΑΛΕΞΙΟΥ

Η Αναδυομένη Φρύνη – Αναδυομένη Αφροδίτη
Γράφει η Γεωργία – Γοργώ Αλεξίου

ἐπάμεροι· τί δέ τις; τί δ᾽ οὔ τις; σκιᾶς ὄναρ
ἄνθρωπος. ἀλλ᾽ ὅταν αἴγλα διόσδοτος ἔλθῃ,
λαμπρὸν φέγγος ἔπεστιν ἀνδρῶν καὶ μείλιχος αἰών.
(Πίνδαρος, Πυθιόνικος 8ος, επωδός ε΄)

Η γέννηση της Αφροδίτης του Μποτιτσέλι. Ζωγραφισμένη για την έπαυλη του Λορέντζο ντι Πιέρ-Φραντσέσκο Μέντιτσι, γύρω στο 1485. Σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο Ουφίτζι, στην Φλωρεντία.

Βρισκόμαστε στα τέλη του Μεταγειτνιώνος και στις αρχές του Βοηδρομιώνος (13/14 Σεπτεμβρίου), η καλοκαιρία συνεχίζεται, η γη ακόμη μια ζεστή αγκαλιά. Είναι η εποχή, όπου στην Ελευσίνα άρχισαν να συγκεντρώνονται επισκέπτες και πιστοί προσκυνητές από όλη την Ελλάδα, για να παρακολουθήσουν και να συμμετάσχουν στις ιερές τελετές των Ελευσινίων Μυστηρίων, αποδίδοντας τον σεβασμό και την λατρεία τους στην Μεγάλη Θεά Δήμητρα και στην Κόρη της την Περσεφόνη.
Τα Ελευσίνια Μυστήρια δεν είναι μόνο η σημαντικότερη εορτή της πόλεως κράτους των Αθηναίων, αλλά όλων των Ελλήνων. Συνέρχονται χιλιάδες άτομα, που επιθυμούν να βιώσουν και να κοινωνήσουν μαζί με άλλους πιστούς τα τελετουργικά δρώμενα των Μυστηρίων της Ελευσίνιας Δήμητρας, της Μεγάλης Θέαινας –προσωποποίηση της Παμμήτορος Γαίας– της Μάνας Γης, που μας τρέφει και στην αγκαλιά της πάλι δέχεται το σκήνωμά μας, όταν η ψυχή μας ταξιδέψει στο επέκεινα των οριζόντων, σε άλλους τόπους μακρινούς και άγνωστους.
Οι καθαρμοί, απαραίτητη προετοιμασία όσων επρόκειτο να συμμετάσχουν στο μυστήριο της μύησης, αλλά και των ήδη μυημένων, γίνονταν δημοσίως στην θάλασσα. Αυτό δεν εμπόδιζε τους επισκέπτες να απολαύσουν κι εκείνοι το θαλασσινό λουτρό τους στα καθαρά ασημογάλανα νερά του κόλπου της Ελευσίνας, και καθαροί να εισέλθουν στον χώρο του Ιερού.
Μια παρέα επιφανών Αθηναίων, μεταξύ αυτών και ο περίφημος ζωγράφος Απελλέας (Απελλής), γιος του Πυθέα, ο εξαίρετος γλύπτης Πραξιτέλης, γιος του σπουδαίου γλύπτη Κηφισόδοτου και η Θεσπίεια ερωμένη του, η πανέμορφη Φρύνη, απολαμβάνουν αυτή την υπέροχη ζεστή μέρα, κάνοντας τον περίπατό τους στην αμμουδερή παραλία του κόλπου, συζητώντας για τα Μυστήρια, για την προέλευσή τους, τις ιστορίες και τους μύθους, που αναπτύχθηκαν γύρω από την Δήμητρα και την Περσεφόνη.
Σε μια στιγμή η Φρύνη απομακρύνεται και χάνεται από την συντροφιά… Ένοιωσε την επιθυμία να καθαρθεί, βουτώντας στην γαλήνια θάλασσα, πριν εισέλθει στο Πανσεβάσμιο Ιερό. Μετά από λίγο, αφού απόλαυσε το λουτρό της, η πανέμορφη εταίρα εξέρχεται σιγά σιγά ολόγυμνη από την θάλασσα, προς έκπληξη του Απελλή και όλης της παρέας. Η Φρύνη, που όλοι γνώριζαν, πως δεν φανέρωσε ποτέ το σώμα της δημόσια, πάντα το κάλυπτε με τα ωραία ενδύματά της και τον υπέροχο μακρύ μανδύα της, εμφανίστηκε ολόγυμνη εμπρός τους.
Ο Απελλής την παρακολουθούσε γητεμένος να εξέρχεται ολόγυμνη με αργά βήματα από τα γαλήνια άδυτα της Ελευσίνιας θάλασσας, περήφανη, μεγαλοπρεπής, ίδια η προσωποποίηση της Αφροδίτης, ενώ ο αυτοκράτωρ αττικός Ήλιος έριχνε της τελευταίες του αχτίδες, τυλίγοντας την θέαινα σ’ ένα υπερκόσμιο φως, και ο Ζέφυρος, ο αγαπημένος άνεμος, φυσούσε από την μυθική Εφύρα, ανεμίζοντας τους ιοπλόκαμους βοστρύχους της καλλίστης εταίρας. Εκείνη την στιγμή διόσδοτη αίγλη χρυσοστεφάνωσε την Φρύνη, που της χάρισε την αθανασία. Διόσδοτη αίγλη πλημμύρισε και τους περίφημους καλλιτέχνες της συντροφιάς και μειλίχιος αναμένονταν αιών. Η Δόξα τους στεφάνωσε και η Αθανασία τους ανέμενε με ανοιχτές αγκάλες στα Ηλύσια των μακάρων πεδία.
Σε σύντομο χρονικό διάστημα, μετά από αυτή την βιωμένη σκηνή που του ενέπνευσε την γένεση της Αφροδίτης, ο περίφημος ζωγράφος ζωγραφίζει τον αριστουργηματικό πίνακά του, «Η Αναδυομένη Αφροδίτη», όπως ακριβώς τον οραματίστηκε την στιγμή της ανάδυσης της Φρύνης από την θάλασσα, ταυτίζοντας την Φρύνη με την Αφροδίτη.
Έτσι η Αφροδίτη, η οποία συμβολίζει το μορφικό στοιχείο της Παμμήτορος Φύσεως και πρέπει να είναι όμορφη, δηλαδή με ολοκληρωμένη μορφή και εύμορφη με καλή μορφή, ενσαρκώθηκε στο σώμα και στο πρόσωπο της Φρύνης, της καλλίστης των εταίρων.
Ο εξαίσιος πίνακας είναι έτοιμος και οι Αθηναίοι ενθουσιασμένοι τον τοποθετούν στην πινακοθήκη της Ακροπόλεως, εκεί που βρίσκονται τα έργα των σπουδαίων ζωγράφων της εποχής. Η πινακοθήκη της πόλεως των Αθηναίων στεγαζόταν στο αριστερό οίκημα των Προπυλαίων της Ακροπόλεως, όπου για πολλά χρόνια οι Αθηναίοι και οι επισκέπτες της πόλεως θαύμαζαν τα αριστουργήματα των περίφημων ζωγράφων.
Με την κατάκτηση της Ελλάδος από τους Ρωμαίους και την παρακμή της πόλεως των Αθηνών που ακολουθεί, φυγαδεύονται πολλά γλυπτά και πίνακες στην Ρώμη από τους κατακτητές, μαζί με αυτά τα περίφημα έργα και «Η Αναδυομένη Αφροδίτη». Πηγές αναφέρουν, ότι αφιερώθηκε από τον Οκταβιανό Αύγουστο στον ναό του Ιουλίου Καίσαρα, ωστόσο αργότερα καταστράφηκε, ενώ κατά την περίοδο της αυτοκρατορίας του Νέρωνα ο Δωρόθεος φιλοτέχνησε ένα αντίγραφο του έργου.
Ο πίνακας έχει απολεστεί, έτσι μας αναφέρουν οι ιστορικοί, αλλά τον 15ο αιώνα, άγνωστο με πιο τρόπο «επαναφέρεται» με την υπογραφή Σαντρο Μποντιτσέλι (Sandro Botticelli). Από τους αρχαίους ιστορικούς των ρωμαϊκών χρόνων (Λουκιανό, Παυσανία, Φιλόστρατο και άλλους), γνωρίζουμε πως, κατά την Ρωμαϊκή ιδίως εποχή στις εκθέσεις έργων τέχνης, εκτίθονταν πάμπολλα αντίγραφα* έργων Ελλήνων καλλιτεχνών, τα οποία αγόραζαν φιλότεχνοι πλούσιοι Ρωμαίοι, για να κοσμήσουν τις οικίες τους ή για να εμπλουτίσουν την συλλογή τους.
Οι κριτικοί τέχνης διακρίνουν στο πρόσωπο της Αφροδίτης μια μελαγχολία, στον πίνακα του Μποτιτσέλι. Βέβαια, τι μπορεί να καταλάβουν κάποιοι άσχετοι, έστω κι αν ονομάζονται κριτικοί, από την ιερότητα του χώρου, από την ιερότητα του γεγονότος με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του πλήθους, το οποίο παρακολουθούσε τις τελετουργίες και επέβαλε σοβαρότητα στην έκφραση της Φρύνης – Αφροδίτης· αντιλαμβάνονται άραγε την ιερότητα της εικόνας;
Ο Απελλέας, μυημένος ο ίδιος στα Ελευσίνια μυστήρια, μας παρέδωσε απαλλαγμένη την εικόνα της Αφροδίτης από οποιαδήποτε υπόνοια ερωτικής επιθυμίας. Αποτυπώνοντας στο πρόσωπό της την σοβαρότητα και την αυτοπεποίθηση, αποκρύβοντας, μάλιστα, με τα μακριά υπέροχα μαλλιά της και το αιδοίον της, απέδωσε στον πίνακα την πρωταρχική διάσταση της Θεάς, ως «Ουρανίας» Αφροδίτης.

Η αναδυόμενη Αφροδίτη, του Τιτσιάνο, 1525. Εθνική Πινακοθήκη Σκωτίας.

*Ειδικοί καλλιτέχνες αντιγράφων κυκλοφορούσαν με τα ανθιβόλια (ή ανθίβολα ή αθίβολια και αθιβόλια), όπως λέγονταν κάποια σχέδια εικόνας ή συνθέσεως διάτρητα στις γραμμές τους από τα οποία λαμβάνονταν αντίγραφα και δημιουργούσαν πίνακες. Τα ανθιβόλια ήταν ένα είδος λεπτού «χαρτιού», όπως το σημερινό ριζόχαρτο, που κατασκεύαζαν από τα λεπτεπίλεπτα πέταλα άνθους κρόκου, τα οποία κολλούσαν μεταξύ τους. Το ειδικό αυτό διαφανές «χαρτί» τοποθετούσαν στον πίνακα, τον οποίο αντέγραφαν. Μετά τρυπούσαν τις γραμμές των εικόνων και με ειδικό φούμο μπορούσαν να δημιουργήσουν πολλά αντίγραφα. Έτσι πολλοί πίνακες αρχαίων ζωγράφων, με συνεχείς αντιγραφές παρουσιάζονται ως αντίγραφα ειδικά κατά την Αναγέννηση.
Ο Λουκιανός αναφέρει τον Αετίωνα, τον ζωγράφο που ακολούθησε στα βάθη της Ανατολής τον Μέγα Αλέξανδρο και ζωγράφισε τον γάμο του με την Ρωξάνη. Το περίφημο αυτό έργο, μας λέει πως, το έδειξε στην Ολυμπία, όπου δοξάστηκε… [Λουκιανός, «Ηρόδοτος ή Αετίων»,( Άπαντα, τομ. 2, σελ. 2 ε., εκδ. Κάκτος)]. «Ηρόδοτος ή Αετίων» είναι μια σύνοψη του λόγου που είχε εκφωνηθεί από τον Λουκιανό στην Ολυμπία και στην συνέχεια εκφωνήθηκε ως προλαλιά στην Αρχαία Μακεδονία, μπροστά σε ακροατήριο αποτελούμενο από Μακεδόνες. Όταν ο Λουκιανός παρουσίασε την εργασία του και σε άλλες πόλεις, η προλαλιά αυτή της σατιρικής περιόδου διαβάστηκε και στην Θεσσαλονίκη. Η περιγραφή του πίνακα του Αετίωνα από τον Λουκιανό ενέπνευσε δύο μεγάλους ζωγράφους της Αναγέννησης, τον Ραφαήλ και τον Σοντόμα, οι οποίοι ζωγράφισαν του «Γάμους του Μεγάλου Αλεξάνδρου» αλλά και μεταγενέστερα τον Ρούμπενς.

Η αναδυόμενη Αφροδίτη, του Τιτσιάνο, 1525. Εθνική Πινακοθήκη Σκωτίας.
Η Αφροδίτη του Ουρμπίνο, του Τιτσιάνο, 1538. Μουσείο Ουφίτζι, Φλωρεντία.

Πηγές- ιστότοποι:
1) «Φρύνη», Βικιπαίδεια.
2) «Η ιστορία της Αναδυομένης Φρύνης», ιστότοπος Ελληνοπαιδεία.
3) «Εταίρα Φρύνη: Η Αφροδίτη του Πραξιτέλη και του Μποτιτσέλι», Μυθική Αναζήτηση.
4) «Φρύνη – Η ωραιότερη εταίρα της αρχαιότητας» – Αντικλείδι και άλλες.

Με εκτίμηση και φιλότητα
Γεωργία – Γοργώ Αλεξίου
Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος (ΕΛΒΕ)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΔΕ ΘΑ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ, ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 

«Δεν θα σε περιμένω πουθενά»
Τάσος Λειβαδίτης,
«Ο ποιητικός διαβάτης»

 

 

Μια φορά και ένα καιρό καθώς χτυπούσαν οι καμπάνες της Ανάστασης στις 20 του Απρίλη του 1922, είδε το φως του φεγγαριού ο Τάσος, γιος του Λύσανδρου, όχι του πολιτικού και της Βασιλικής. «Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια» είχε τέσσερα μεγαλύτερα αδέρφια, μια αδερφή και τρεις αδερφούς. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών αλλά τον κέρδισε ολοκληρωτικά η ποίηση.
Όλα του γάμου δύσκολα, μα γι αυτόν η γυναίκα του, Μαρία Στούπα ήταν ο οργασμός, ο θησαυρός, η έμπνευση, η ηρωίδα των ποιημάτων του. «Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν από τη στιγμή που βρίσκουν μια θέση στη ζωή των άλλων» και αυτός βρήκε το 1946 το στήριγμα του στα σκληρά χρόνια της εξορίας και σε όλη του τη ζωή. «Θα θυμάμαι πάντοτε τα φιλιά σου που κελαηδούσαν σαν πουλιά θα θυμάμαι τα μάτια σου φλογερά και μεγάλα σαν δυο νύχτες έρωτα μέσα στον άγριο πόλεμο». Tην χρονιά αυτή κάνει και την πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση δημοσιεύοντας το ποίημα “Tο τραγούδι του Xατζηδημήτρη” στο περιοδικό “Eλεύθερα Γράμματα” του Δημήτρη Φωτιάδη. Πάμε σιγά σιγά στο 1947, τότε συνεργάστηκε για την έκδοση του περιοδικού «Θεμέλιο». Στη συνέχεια, το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και εργάστηκε παράλληλα, σαν κριτικός ποίησης στην εφημερίδα Αυγή, από το 1954 – 1980 (με εξαίρεση τα έτη 1967-74 λόγω δικτατορίας) καθώς και το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (1962-1966) με δημοσιεύσεις πολιτικών και κριτικών δοκιμίων. Ακόμη, υπήρξε ιδρυτικό μέλος της «Εταιρείας Συγγραφέων».
Ασχολήθηκε έντονα με τα πολιτικά δρώμενα, δραστηριοποιήθηκε στον χώρο της αριστεράς, συμμετέχοντας στην αντίσταση, με συνέπεια να εξοριστεί το 1948 στο Μούδρο, το 1949 την Μακρόνησο ενώ αρνούμενος να υπογράψει δήλωση μετάνοιας μεταφέρεται στον Άη Στράτη κι από κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα. Συγκεκριμένα, από τις τελευταίες αφέθηκε ελεύθερος το 1951.

«Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή και περισσότερα χρόνια μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη, τη μάνα σου και τον κόσμο».


Ο ποιητής αναμετράται με τις αδιέξοδες πληγές που στοιχειώνουν τις βαλίτσες ενός χαμένου ταξιδιού και στα χρόνια της δικτατορίας, βυθίζεται στη σιωπή, μένει άνεργος και οδηγείται στη συγγραφή μέσα από το νεανικό λαϊκό περιοδικό «το Φαντάζιο». Με το ψευδώνυμο Ρόκκος, εργάστηκε πάνω σε μια σειρά βιογραφιών λογοτεχνών και μια σειρά από περιλήψεις μεγάλων έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Αξίζει να τονιστεί πως ο τόμος Μεγάλοι Ρώσοι Συγγραφείς (Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Παστερνάκ): Συνοπτική Απόδοση των Αριστουργημάτων τους από τον Λειβαδίτη συγκεντρώνει ένα μέρος των ζωντανών συνόψεων που είχε κάνει ο ποιητής.
Ξάφνου, το έργο του «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» θεωρήθηκε ως «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Το 1955 ο Λειβαδίτης δικάζεται στο πενταμελές εφετείο ενώ πλήθος κόσμου με σπουδαίες προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών ανάμεσα τους, παρακολουθούν τη δίκη, όπου ο ποιητής μετέτρεψε το εδώλιο σε βήμα, υποστηρίζοντας την ουσία και τον σκοπό της τέχνης του. Η ολοκληρωτική του αθώωση κάνει μπαμ. «Kαι τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι γίνονται οι πιο καλοί επαναστάτες».
Μεταφερόμαστε στο 1972, στην έκδοση του βιβλίου “Nυχτερινός επισκέπτης”, σημείο αναφοράς για την έναρξη της β’ φάσης του έργου του σύμφωνα με τους ειδικούς. Ταυτόχρονα, αποστασιοποιείται από την πολιτική κάνοντας βαθιά ενδοσκόπηση, στοχεύοντας στο φιλοσοφικό βάθος του έργο του μέσω ενός μοναχικού και πρωτοποριακό δρόμου για τη τέχνη του.
Η μαθηματική ψυχολογία των συναισθημάτων, η προσωπική και ιστορική του τραγωδία από τη Δικτατορία, τον πόλεμο και τη συνέχεια του, η οξυδέρκεια του αφηγηματικού λεξιλογίου, η απαιτητικότητα της άγραφης σελίδας, η ποίηση της ήττας, της μάταιης ύπαρξης, τυλιγμένη από εμβληματικούς συμβολισμούς γίνονται αγαπημένοι συνοδοιπόροι στη καθημερινότητα των ποιημάτων του.
Στα έργα του διακρίνει κανείς το ανεκπλήρωτο όραμα, τον αγώνα για το δίκαιο, την ανάγκη για αφύπνιση, την αλλαγή που δεν επιτεύχθηκε ποτέ, τον απόλυτο έρωτα, το θάνατο, το θεό, το πόνο, τη «τρέλα», τους ανθρώπους της καθημερινότητας, τη γυναίκα, τη μεταφυσική αναζήτηση, τη μοναξιά, το ρομαντισμό που, αποτέλεσαν κάποιες τις ενότητες του Λειβαδίτη, θέματα που προσέγγιζε με τη δική του ζοφερή πραγματικότητα. Τα απλά αντικείμενα, τα φτηνά ξενοδοχεία, το πολεμικό μέτωπο, οι ταβέρνες, τα ραφτάδικα, οι δρόμοι, ένα δωμάτιο κρεβατοκάμαρας, οι πλατείες, ήταν τα σκηνικά που κοσμούσαν τα ποιήματα του, τοποθεσίες μιας ζωής γεμάτης όνειρα για μια ουτοπική πραγματικότητα.
Που είναι όμως; Τον περίμενες το βράδυ καθώς δεν ήταν αυτός που σωπαίνει, ήταν ο μουσικός της ψυχής που έδινε το αστέρι του σε όλους βάζοντας σε στη μυστική Πύλη των ποιημάτων του. Ξαναπιάνεις το βιβλίο από το κομοδίνο, γυρνάς σελίδες και πέφτεις στους στίχους

«Κλείσε το σπίτι μου λες και Δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί
και προχώρα. Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται ένα ψωμί στα οκτώ, εκεί που κατρακυλάει ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων. Σ’ όποιο μέρος της γης, σ’ όποια ώρα, εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι για ένα καινούργιο κόσμο… εκεί θα σε περιμένω, αγάπη μου».

Μου μιλάει και με ανατριχιάζει, αντιλαμβάνεσαι πως ότι συνθήκες και να επικρατούν σε όποια εποχή και αν βρίσκεσαι, ο ερωτευμένος άνθρωπος προτιμά να βιώνει οποιαδήποτε δύσκολη κατάσταση με το άλλο του μισό, την αγάπη του, χτίζοντας κάτι ονειρικό και νέο, ακόμη και ιδεατό, παρά μια «εύκολη» ζωή μακριά του.

«Νύχτες που έκλαψα
γέφυρες που έκαψα
άστρα π’ αγάπησα
που πάω και τι θα βρω».

Ο Λειβαδίτης εκτός από την ποίηση, κατείχε και την ιδιότητα του στιχουργού. Στιχουργήματά του μελοποιήθηκαν από τον Μίμη Πλέσσα, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Μάνο Λοΐζο, τον Γιώργο Τσαγκάρη όπως ήταν το “Βρέχει στην φτωχογειτονιά, “Δρόμοι που χάθηκα”, “Η Δραπετσώνα”. Σε συνεργασία επίσης, με τον Κώστα Κοτζιά έγραψε το σενάριο για την ταινία “Συνοικία το όνειρο”. Τα έργα του αυτά βρήκαν φωλιά σε κάθε φτωχικό σπίτι πριν και μετά το θάνατο του.
Οι ποιητικές του συλλογές τιμήθηκαν με το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία (1953), το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων (1957), το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1976), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1979) ενώ ποιήματά του μεταφράστηκαν στα Αγγλικά, Γαλλικά, Ιταλικά, Ρωσικά, Κινέζικα, Σουηδικά, Σερβικά, Ουγγρικά κ.α.
Στις 30 Οκτωβρίου 1988, φεύγεις από τη ζωή, εσύ, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο «Χειρόγραφα του Φθινοπώρου» “Θεέ μου ‒ δεν έζησα: έχοντας να μεριμνήσω για τόσα φύλλα την άνοιξη”, αφήνοντας έτσι, παρακαταθήκη πάνω από είκοσι ποιητικές συλλογές. «Τίποτα. Κοιμήσου. Εκείνος τελείωσε». Εγώ σιγοτραγουδώ ακόμα τους στίχους του, μα «Δε θα σε περιμένω πουθενά» γιατί ξέρεις είσαι πάντα εκεί ωδή στον ολοκληρωτικό μας έρωτα και την ανθρωπιά. Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς φτωχότεροι.

Επιμέλεια κειμένου
Μανωλοπούλου Μαριάννα
Αρθρογράφος, Συνεργάτης COA

 

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ vs COVID 19, ΨΩΝΗ ΑΓΓΕΛΙΚΗ

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ vs COVID 19

Κορονοϊός, πανδημία, καραντίνα….πώς διαχειριζόμαστε αυτή την πρωτόγνωρη κατάσταση; Πόσο επιβαρύνει τον τομέα της τέχνης που υπηρετούμε; Πόσο αλλάζει τις ζωές μας; Είναι εύκολη η προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα; Μήπως καταλήγουμε να βλέπουμε τον εαυτό μας με ένα εξαιρετικά περιορισμένο τρόπο, σε ένα πλαίσιο που ελαχιστοποιεί τα όνειρα και τις προσδοκίες μας;
Εγγραφείτε στο email μας, [email protected], για να λαμβάνετε ενημερωτικά άρθρα και κείμενα και γνωρίστε τις διαφορετικές εμπειρίες ανθρώπων.
Στείλτε μας τις δικές σας απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο και μοιραστείτε μαζί μας τις σκέψεις σας για την πανδημία και τις τυχόν αλλαγές που έχει επιφέρει στη ζωή σας.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΨΩΝΗ
Μουσικός, Τραγουδοποιός,
Ερμηνεύτρια, Δικηγόρος

Η μουσική είναι για μένα μια δύναμη υπεράνθρωπη – κάτι που έχει τη δυνατότητα να αγγίζει και να ενώνει με μοναδικό τρόπο ανθρώπους διαφορετικών παραδόσεων και γεωγραφικών συνόρων. Ο κορωνοϊός και η καραντίνα διέκοψαν για μένα μια εξαντλητική ρουτίνα. Η ξαφνική παύση της ζωής όπως την ξέραμε μου επέτρεψε να αναθεωρήσω τις προτεραιότητές μου, να έρθω σε επαφή με χαμένους συγγενείς και φίλους και να αλλάξω τον τρόπο ζωής μου προς το καλύτερο.

Τα ακούσματα των ήχων,
αυτό που μετέπειτα έμαθα πως λέγεται μουσική,
ήταν για μένα συνείδηση ταυτόχρονη με εκείνη της ύπαρξης μου.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα – με καταγωγή από την Πελοπόννησο – και σήμερα είμαι μόνιμη κάτοικος της Νέας Υόρκης. Διδάχθηκα κλασσικό πιάνο από μικρή ηλικία και συνέχισα τις μουσικές σπουδές μου στην Βοστώνη. Το τραγούδι ήταν για μένα τρόπος ζωής. Σήμερα συμμετέχω σε μουσικές και θεατρικές παραστάσεις κυρίως στην Νέα Υόρκη και στη Βοστώνη, όπου συνεργάζομαι με διάφορα μουσικά σχήματα. Τελευταία, έχω αναπτύξει μεγάλο πάθος στη δημιουργία δικών μου συνθέσεων τόσο μουσικής όσο και θεάτρου, καθώς και στις τζαζ διασκευές ελληνικών δημοφιλών τραγουδιών. Θεωρώ επίσης ότι είναι απόλυτα σημαντική η διατήρηση και μετάδοση των ελληνικών μουσικών παραδόσεων στις νεότερες γενιές, και προς τον σκοπό αυτόν έχω αναλάβει εδώ και πέντε χρόνια Διευθύντρια στην παιδική χορωδία της Αγίας Παρασκευής στο Greenlawn της Νέας Υόρκης με εμφανίσεις, εκτός των άλλων, στην Εθνική Παρέλαση για την 25η Μαρτίου στην Πέμπτη Λεωφόρο της Νέας Υόρκης.
– Κορονοϊός, πανδημία, lockdown.. προσωπικά πώς σε έχει επηρεάσει αυτή η κατάσταση; πώς διαχειρίζεσαι την περίοδο που διανύουμε; Πώς ισορροπείς;
Η ιλιγγιώδης ταχύτητα με την οποία εξαπλώθηκε ο ιός δε μου άφησε άλλα περιθώρια στην αρχή της πανδημίας παρά μόνο τη σκέψη για επιβίωση. Κύριο μέλημα μου ήταν η τήρηση των μέτρων προστασίας τόσο για τη δική μου ασφάλεια όσο και για των συνανθρώπων μου.
Παράλληλα, παρόλα τα δυσάρεστα γεγονότα, η περίοδος που διανύσαμε και ακόμα διανύουμε ήταν ιδανική για δημιουργία και λογισμό. Ειδικά για τους καλλιτέχνες, μέσα από κάθε δυσκολία και πίεση μπορεί να εκφραστεί κάτι μοναδικό. Καθώς είχα περισσότερο χρόνο απ’ ότι συνήθως, στις πρώτες δύο βδομάδες της καραντίνας εμπνεύστηκα να γράψω την πρώτη μου μουσικοθεατρική παράσταση, μια διαδραστική κωμωδία με τίτλο «Το Ρεμπέτικο…Αλλιώς!» Έχουμε ήδη αρχίσει τις πρόβες με τους συνεργάτες μου, και ανυπομονούμε να την παρουσιάσουμε ζωντανά με την πρώτη ευκαιρία.
– Τι σε ανησυχεί πιο πολύ τώρα, στην εποχή της πανδημίας; Η δουλειά σου, η υγεία σου; Οι δικοί σου άνθρωποι;
Στον νου μου είναι πάντα κυρίως η σωματική υγεία των δικών μου ανθρώπων, των γύρω μου και κατ’ επέκταση η δική μου. Δε με απασχολεί τόσο η επιστροφή στην κανονικότητα όσο το αν σαν λαός θα αντλήσουμε από αυτήν τη δοκιμασία τα απαραίτητα μαθήματα ζωής. Πιστεύω ότι όλα γίνονται για κάποιο λόγο, και κάθε πρόβλημα παρουσιάζει μια ευκαιρία να βελτιώσουμε τον εαυτό μας και τον τρόπο που ζούμε και συναναστρεφόμαστε.


– Πόσο επηρέασε η πανδημία του κορονοϊού τον τομέα της τέχνης που υπηρετείς;
Η σχεδόν παντελής έλλειψη της καλλιτεχνικής δραστηριότητας που προκάλεσε η πανδημία είχε σαν αποτέλεσμα την εξεύρεση άλλων οδών. Η τέχνη της μουσικής, όπως όλες οι τέχνες, είναι αποτέλεσμα και προϊόν της κοινωνικότητας του ανθρώπου. Είμαι βέβαιη πως όλοι οι καλλιτέχνες εκτιμούν βαθύτατα ακόμη και τις απειροελάχιστες ευκαιρίες που τους δίνονται να εκφράσουν τα αισθήματά τους.
– Αναπροσαρμόζονται τα δεδομένα στο χώρο της τέχνης σήμερα; Εν όψη της πανδημίας του κορονοϊού αλλάζει η επαγγελματική της μορφή;
Αναπροσαρμογές είναι απαραίτητες ιδιαίτερα όταν οι εξελίξεις της πανδημίας είναι αρνητικές. Στην περίπτωση του κορωνοϊού, οι τέχνες δε θα μπορούσαν να είναι εξαίρεση αυτού του κανόνα. Πιστεύω όμως ότι οι καλλιτέχνες είναι ανεξάντλητα εφευρετικοί και απέδειξαν ότι είναι έτοιμοι να προσαρμοστούν στις αλλαγές που επιβλήθηκαν. Η αξιοποίηση του διαδικτύου, σε συνδυασμό με την ενεργοποίηση κάθε μέσου επικοινωνίας, έφεραν τη μουσική κοντά στο κοινωνικό σύνολο. Προσωπικά, αισθάνομαι ευγνώμων που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω συναυλίες φίλων και συνεργατών που βρίσκονται μακριά εφόσον πραγματοποιήθηκαν διαδικτυακά.
– Στον άνθρωπο υπάρχουν πάντα δύο αντικρουόμενες ανάγκες, η ανάγκη για ελευθερία και η ανάγκη για ασφάλεια. Ποια πιστεύεις ότι κυριαρχεί εντονότερα σήμερα;
Οι έννοιες «ελευθερία» και «ασφάλεια», έστω κι αν υφίστανται κάτω από δύσκολες συνθήκες όπως η σημερινή πανδημία, δε θα έπρεπε να είναι οπωσδήποτε αντικρουόμενες. Ένα κοινωνικό σύνολο ενεργεί προς το καλόν της ανθρωπότητας και του κάθε ατόμου εξασφαλίζοντας την ελευθερία του και την ασφάλειά του. Ο σεβασμός στις αξίες της ελευθερίας – καθώς και της δικαιοσύνης, της ισότητας και της παιδείας – συμβαδίζουν απαραίτητα με την έννοια της ασφάλειας. Θεωρώ ότι είναι εγωιστικό και επικίνδυνο υπό τις τωρινές συνθήκες να δίνουμε μεγαλύτερη αξία στην προσωπική μας ελευθερία – ή την όποια διαταραχή αυτής– παρά στην υγεία και στην ασφάλεια των συνανθρώπων μας.
– Ζούμε σε μια κοινωνία η οποία προσδιορίζεται από την έντονη, ψυχαναγκαστική πολλές φορές, επιδίωξη της τέλειας ζωής. Κατά πόσο πιστεύεις ότι η πανδημία και όσα ζούμε αλλάζουν τις επιδιώξεις μας; Τις προτεραιότητές μας;
Σίγουρα η πανδημία παρουσίασε την ευκαιρία σε όλους μας να αναθεωρήσουμε τις προτεραιότητές μας. Η έντονη και πολλές φορές ψυχαναγκαστική επιδίωξη της τέλειας ζωής σαν σκοπός και σαν ιδέα κυριαρχεί ιδιαίτερα στην Αμερική, όπου ζω και εργάζομαι εδώ και 13 χρόνια. Ωστόσο, είναι δύσκολο εν μέσω δυσάρεστων καταστάσεων να επιδιώκουμε την τελειότητα. Ίσως αυτή η περίοδος μας διδάξει ότι απέχουμε πολύ από αυτήν.


– Ποια συναισθήματα σου βγάζει η σημερινή κατάσταση; Τα αναγνωρίζεις και στους γύρω σου ή διακρίνεις κάτι διαφορετικό;
Το συναίσθημα της αβεβαιότητας, της ανασφάλειας, της απειλής από κάτι άγνωστο και για το οποίο δεν υπάρχει αντιμετώπιση είναι τα εντονότερα συναισθήματα που με κατέλαβαν και τα αναγνωρίζω και στους γύρω μου. Η κατάσταση εγκλεισμού και η περιορισμένη πλέον καθημερινότητά μας αναπόφευκτα δημιούργησε για μένα την αναζήτηση νέων μεθόδων αντιμετώπισης με κύριο καταφύγιο τη μουσική δημιουργία.
– Πόσο εύκολη είναι η ευγνωμοσύνη στις μέρες μας, με όλα αυτά που συμβαίνουν;
Η ευγνωμοσύνη είναι πάντα εύκολη αρκεί να μην αφήνουμε την όψη μας για τη ζωή να μολύνεται από αρνητική ενέργεια. Για μένα υπάρχει πάντα λόγος να είσαι ευγνώμων για οτιδήποτε, εφόσον πάντα θα μπορούσε η κατάσταση να είναι χειρότερη – απλώς είναι θέμα προοπτικής.
Ίσως η μόνη θετική παρενέργεια του ιού ήταν και είναι η ιδιότητά του να μας κάνει να εκτιμούμε αυτά που κάποτε είχαμε για δεδομένα. Αυτό που κάποτε ήταν ασήμαντο, περαστικό, ή ακόμα και μηδαμινό τώρα παίρνει τεράστια σημασία βλέποντάς το από διαφορετική σκοπιά μέσα από το πρίσμα της αβεβαιότητας. Ό,τι σήμερα είναι υπαρκτό, σίγουρο, ζωντανό, αύριο ίσως να μην υπάρχει πια.
Στην Αμερική, πάνω από τριακόσες χιλιάδες άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους λόγω κορωνοϊού. Η σκέψη ότι ο χαμός των συνανθρώπων μας είναι τόσο απρόσμενα πιθανός, με φέρνει σε απόγνωση, μα συγχρόνως φωτίζει μια πρωτόγνωρη οπτική γωνία εκτίμησης και ευγνωμοσύνης για την ζωή.
– Με όλα αυτά που περάσαμε αυτή τη χρονιά έχεις νιώσει να φτάνεις στα όριά σου και πως το διαχειρίστηκες;
Δε θυμάμαι να έφτασα στα όρια μου και αυτό νομίζω οφείλεται στην μουσική ως διέξοδο και τρόπο έκφρασης. Βέβαια πήρε μέρες από το πρώτο συναισθηματικό πλήγμα ώστε να συνειδητοποιήσω ότι ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης ήταν η επιβίωση. Η σταθερή τήρηση των μέτρων προστασίας ήταν αναγκαία για την έξοδο από το τούνελ. Όλοι μας όμως είμαστε οπλισμένοι σε μεγάλο βαθμό να προσαρμοζόμαστε σε δυσκολίες. Θέλω να πιστεύω ότι και αυτή τη φορά η ανθρωπότητα θα αντιμετωπίσει την πανδημία όσο γίνεται επιτυχώς.
– Ο Καζαντζάκης γράφει « Όσο ζούμε μια ευτυχία, δύσκολα τη νιώθουμε.. Μονάχα όταν περάσει και κοιτάξουμε πίσω μας αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε πόσο ευτυχισμένοι σταθήκαμε…». Θα μπορούσες να πεις ότι το έχεις νιώσει τη χρονιά που μας πέρασε;
Διαχρονική διαπίστωση από τον μεγάλο μας συγγραφέα Καζαντζάκη! Η δυσκολία αναγνώρισης της ευτυχίας τη στιγμή που αυτή συμβαίνει είναι η ανάγκη που έχουμε για να ζήσουμε κάτι ακόμα πιο δυνατό, μην αναγνωρίζοντας ότι ίσως αυτό να είναι και το δυνατότερο. Μόνο η στέρηση της ευτυχίας μας επιστρέφει στην πραγματικότητα για να εκτιμήσουμε αυτό που είχαμε. Φυσικά και είμαι θύμα αυτής της διαπίστωσης αλλά προσπαθώ όσο γίνεται να ζω στο παρόν και να χαίρομαι τις ανθρώπινες σχέσεις και τις εμπειρίες μου.
– Δίνεις σημασία στη γνώμη των άλλων; Στη γνώμη και την άποψη της μάζας, οπως λένε; Σε επηρεάζει και αν ναι, σε τι βαθμό;
Αν έδινα σημασία στη γνώμη των άλλων, θα ζούσα περιορισμένη. Κατά τη γνώμη μου, η ζωή είναι πολύ μικρή για να ασχολούμαστε με το αν οι σκέψεις και οι πράξεις μας συμβαδίζουν με αυτές του γενικότερου πληθυσμού. Θεωρώ πως ο καθένας πρέπει να ζει τη ζωή του όπως αυτός ή αυτή κρίνει. Φυσικά, ως υπεύθυνη πολίτης αυτού του κόσμου, μένω ενημερωμένη περί των απόψεων που επικρατούν και λαμβάνω υπόψιν οποιαδήποτε κριτική, αλλά δε θα έλεγα ότι αυτές με επηρεάζουν σε προσωπικό βαθμό.
– Ποιο είναι αυτό που νιώθεις ότι σου λείπει πιο πολύ τώρα με τους περιορισμούς λόγω κορονοϊού;
Μου λείπει πολύ η ανθρώπινη παρουσία και επαφή, καθώς και η δυνατότητα να εκφράζω τα αισθήματα μου και να ζω όμορφες μουσικές στιγμές με τους συνεργάτες μου. Αισθάνομαι έντονα την ανάγκη να μοιραστώ αυτό που αγαπώ με τον κόσμο και η απώλεια αυτής της δυνατότητας αναμφισβήτητα με έχει επηρεάσει. Ωστόσο χαίρομαι που οι συνέπειες της πανδημίας για τους καλλιτέχνες έχουν μετριαστεί με την αξιοποίηση του διαδικτύου.
– Με όλα αυτά που συμβαίνουν τον τελευταίο χρόνο, καταφέρνεις να αντικρύσεις με αισιοδοξία το μέλλον;
Δεν έχω επιλογή. Προτιμώ να είμαι αισιόδοξη παρά να βυθιστώ στο σκοτάδι της απελπισίας. Ανέκαθεν ήμουν αισιόδοξος άνθρωπος. Άλλωστε απ’ την αισιοδοξία και την ελπίδα γεννιούνται τα όνειρα και οι φιλοδοξίες, πράγματα που χρειάζονται όχι μόνο για την πρόοδο κάθε καλλιτέχνη, αλλά και για την θετική εξέλιξη της ανθρωπότητας.


– Αν ο κορονοϊός ήταν πίνακας ζωγραφικής πώς θα το περιέγραφες; πώς το φαντάζεσαι;
Αν ο κορωνοϊός ήταν πίνακας ζωγραφικής, τον φαντάζομαι να απεικονίζει ανθρώπους όλων των φυλών φυλακισμένους πίσω από κάγκελα με απλωμένα τα χέρια, προσπαθώντας απελπισμένα να έρθουν σε επαφή ο ένας με τον άλλον. Αυτή η εικόνα στο μυαλό μου συμβολίζει την έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου, ως κοινωνικό ον, να συναναστραφεί με τους γύρω του.

– 2020…άλλη μια περιστροφή γύρω από τον ήλιο ολοκληρώθηκε…
2021….. Εύχομαι να βγούμε καλύτεροι και δυνατότεροι από αυτήν την πρωτόγνωρη δοκιμασία – να υπολογίζουμε περισσότερο τους συνανθρώπους μας και το περιβάλλον – να εκτιμούμε αυτά που έχουμε, αναγνωρίζοντας ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να τα χάσουμε. Καλύτερες μέρες δε θα αργήσουν να έρθουν.

Επιμέλεια κειμένου 
Καμαρίτη Γεωργία
Αρθρογράφος, Συνεργάτης COA

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ vs COVID 19, ΣΕΡΔΑΡΙΔΟΥ ΛΕΝΑ

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ vs COVID 19

Κορονοϊός, πανδημία, καραντίνα….πώς διαχειριζόμαστε αυτή την πρωτόγνωρη κατάσταση; Πόσο επιβαρύνει τον τομέα της τέχνης που υπηρετούμε; Πόσο αλλάζει τις ζωές μας; Είναι εύκολη η προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα; Μήπως καταλήγουμε να βλέπουμε τον εαυτό μας με ένα εξαιρετικά περιορισμένο τρόπο, σε ένα πλαίσιο που ελαχιστοποιεί τα όνειρα και τις προσδοκίες μας;
Εγγραφείτε στο email μας, [email protected], για να λαμβάνετε ενημερωτικά άρθρα και κείμενα και γνωρίστε τις διαφορετικές εμπειρίες ανθρώπων.
Στείλτε μας τις δικές σας απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο και μοιραστείτε μαζί μας τις σκέψεις σας για την πανδημία και τις τυχόν αλλαγές που έχει επιφέρει στη ζωή σας.

ΛΕΝΑ ΣΕΡΔΑΡΙΔΟΥ
Ερμηνεύτρια, συνθέτης, μουσικός επιμελητής FESTIVAL,
ιδρυτικό μέλος ΕΝΩΣΗΣ ΤΕΧΝΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ – GREEK ART UNION.


H μουσική είναι για εμένα η ανάσα της ζωής, οι χτύποι τής καρδιάς μου, η μελωδία της ψυχής μου. Όσο ανασαίνω και ζω θα τραγουδώ άλλωστε για αυτό γεννήθηκα.
Η τέχνη σ’ εμάς είναι οικογενειακή μας υπόθεση από παππού προς παππού κ εγώ από μικρό παιδάκι σε ωδεία, χορωδίες και στην συνέχεια επαγγελματικά στο εξωτερικό Νορβηγία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Κύπρο, Τουρκία, Νότια Αφρική και φυσικά σε όλη την Ελλάδα Αθήνα παρουσιάζοντας το ποιοτικό Ελληνικό τραγούδι στα πέρατα της γης.

– Κορονοϊός, πανδημία, lockdown.. προσωπικά πώς σε έχει επηρεάσει αυτή η κατάσταση; πώς διαχειρίζεσαι την περίοδο που διανύουμε; Πώς ισορροπείς;
Σαν καλλιτέχνης έμαθα να βλέπω πάντα τα θετικά κ έτσι όλη αυτή η ιστορία μόνο εποικοδομητική μπορούσε να είναι αφού εμείς οι καλλιτέχνες θέλουμε την μοναξιά μας, την απομόνωση μας, τον εγκλεισμό μας ώστε να παράγουμε πολιτισμό. Απλά δημιουργώ συνεχώς νέα τραγούδια, είτε δικά μου είτε αγαπημένων μου συνεργατών και φίλων.
– Τι σε ανησυχεί πιο πολύ τώρα, στην εποχή της πανδημίας; Η δουλειά σου, η υγεία σου; Οι δικοί σου άνθρωποι;
Ένας καλλιτέχνης ποτέ δεν μένει άνεργος, πάντα κάτι έχω να κάνω, μόνο κατά καιρούς ΑΜΙΣΘΟΣ δεδομένων των συνθηκών. Την υγεία μου την προσέχω έτσι κ αλλιώς επειδή το τραγούδι απαιτεί συγκεκριμένη φροντίδα του οργανισμού και φυσικά με ανησυχούν οι δικοί μου άνθρωποι. Περισσότερο η ψυχολογική τους κατάσταση, δεν γελούν πια όσο κ αν προσπαθώ να τους πείσω.
– Πόσο επηρέασε η πανδημία του κορονοϊού τον τομέα της τέχνης που υπηρετείς;
Απόλυτα και κάθετα. Μην ξεχνάτε πως μουσικές σκηνές, θέατρα πολύ χώροι πολιτισμού έχουν κλείσει εδώ κ ένα χρόνο σχεδόν. Ακόμα και τα μαγαζιά της εστίασης που κατά καιρούς πρόσφεραν εργασία είναι δυστυχώς κλειστά με το σύνολο των ανθρώπων της μουσικής,
των τεχνών και γενικά του πολιτισμού να βρίσκονται στην ανεργία.
– Αναπροσαρμόζονται τα δεδομένα στο χώρο της τέχνης σήμερα; Εν όψη της πανδημίας του κορονοϊού αλλάζει η επαγγελματική της μορφή;
Στο χώρο όλων των τεχνών έχουν αλλάξει σαφώς τα δεδομένα κ ευτυχώς που υπάρχει η τεχνολογία ειδικά στο χώρο της μουσικής που μόνο μέσω αυτής μπορεί πλέον να γίνονται ιντερνετικές. Όμως δεν είναι το ίδιο αφού ο τραγουδιστής, ο ηθοποιός, ο ζωγράφος κ όλοι εμείς οι άνθρωποι των τεχνών επιζητούμε την άμεση επαφή με το κοινό μας. Οπωσδήποτε δεν είναι το ίδιο πράγμα όμως κάτι είναι κ αυτό επειδή ο άνθρωπος δεν ζει χωρίς την τέχνη.
– Στον άνθρωπο υπάρχουν πάντα δύο αντικρουόμενες ανάγκες, η ανάγκη για ελευθερία και η ανάγκη για ασφάλεια. Ποια πιστεύεις ότι κυριαρχεί εντονότερα σήμερα;
Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί η ελευθερία να μην εμπεριέχει και την ασφάλεια. Σε εμένα κυριαρχεί η ανάγκη της ελευθερίας, την ασφάλεια μου την δημιουργώ μόνη μου και πιστεύω πώς ο κόσμος στην παρούσα συγκυρία έχει μοιραστεί στα δύο.
– Ζούμε σε μια κοινωνία η οποία προσδιορίζεται από την έντονη, ψυχαναγκαστική πολλές φορές, επιδίωξη της τέλειας ζωής. Κατά πόσο πιστεύεις ότι η πανδημία και όσα ζούμε αλλάζουν τις επιδιώξεις μας; Τις προτεραιότητές μας;
Σαφώς και έχει αλλάξει η καθημερινότητα μας και οι προτεραιότητες μας όμως οι στόχοι ποτέ δεν αλλάζουν τουλάχιστον οι δικοί μου με ότι αυτό συνεπάγεται.


– Ποια συναισθήματα σου βγάζει η σημερινή κατάσταση; Τα αναγνωρίζεις και στους γύρω σου ή διακρίνεις κάτι διαφορετικό;
Αισθάνομαι θυμό, είμαι πολύ θυμωμένη με την όλη κατάσταση. Τον ίδιο θυμό την θλίψη, την ανασφάλεια την διακρίνω στο βλέμμα πολλών συνανθρώπων μου και
αυτό με θυμώνει ακόμα περισσότερο.
– Πόσο εύκολη είναι η ευγνωμοσύνη στις μέρες μας, με όλα αυτά που συμβαίνουν;
Αυτό έχει να κάνει με τον άνθρωπο δηλαδή ο καθένας μας μπορεί να είναι ευγνώμων ή αγνώμον κ αυτό δεν αλλάζει είναι θέμα χαρακτήρα.
– Με όλα αυτά που περάσαμε αυτή τη χρονιά έχεις νιώσει να φτάνεις στα όριά σου και πως το διαχειρίστηκες;
Όχι, δεν έφτασα στα όρια μου διότι στην καλλιτεχνική μου φύση δεν υπάρχουν όρια κ εγώ είμαι φτιαγμένη να ξεπερνάω κάθε όριο. Είναι ο τρόπος διαχείρισης των ορίων η δημιουργία της μουσικής που δεν έχει όρια.
– Ο Καζαντζάκης γράφει « Όσο ζούμε μια ευτυχία, δύσκολα τη νιώθουμε.. Μονάχα όταν περάσει και κοιτάξουμε πίσω μας αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε πόσο ευτυχισμένοι σταθήκαμε…». Θα μπορούσες να πεις ότι το έχεις νιώσει τη χρονιά που μας πέρασε;
Όχι, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό χαράς κ ευτυχίας με γεμίζει, για πάρα πολύ καιρό αισθάνομαι ευτυχής. Γελάω σαν μικρό παιδάκι, αναπολώ τις στιγμές και επαναφορτίζω τις μπαταρίες μου.
– Δίνεις σημασία στη γνώμη των άλλων; Στη γνώμη και την άποψη της μάζας, όπως συνηθίζεται να λένε; Σε επηρεάζει και αν ναι, σε τι βαθμό;
Δίνω σημασία μόνο στην γνώμη των ειδικών κατά περίπτωση. Η άποψη της μάζας καλά είναι να υπάρχει, με επηρεάζει στον βαθμό όμως που δεν με καθοδηγεί.
– Ποιο είναι αυτό που νιώθεις ότι σου λείπει πιο πολύ τώρα με τους περιορισμούς λόγω κορονοϊού;
Αυτό που μου λείπει πιο πολύ από όλα είναι η άμεση επαφή με τον κόσμο μου, τους συνεργάτες μου, τους φίλους μου, οι άπειρες συζητήσεις μας πίνοντας ένα ποτήρι καλό κρασί, τρώγοντας ένα καλό φαγητό, αγγίζοντας, αγαλλιάζοντας, φιλώντας ο ένας τον άλλον. Μια ψυχρή οθόνη δεν μου αρκεί.


– Με όλα αυτά που συμβαίνουν τον τελευταίο χρόνο, καταφέρνεις να αντικρύσεις με αισιοδοξία το μέλλον;
Αλίμονο αν δεν είμαστε αισιόδοξοι ειδικά τώρα που πρέπει περισσότερο από κάθε άλλη φορά να σηκώσουμε τα μανίκια να φορέσουμε το πιο όμορφο χαμόγελο μας, να πεισμώσουμε κ να πούμε πως μπόρα είναι κ αυτό θα περάσει κ όλοι μαζί θα ξεπεράσουμε κ αυτό το κακό
– Αν ο κορονοϊός ήταν θεατρική έργο/ πίνακας ζωγραφικής/ λογοτεχνικό βιβλίο/ποίημα/ μουσική/ φωτογραφία, πώς θα το περιέγραφες; πώς το φαντάζεσαι;
Αν ήταν θεατρικό έργο θα ήταν οπωσδήποτε δράμα. Αν ήταν πίνακας ζωγραφικής τον φαντάζομαι μαύρο με ελάχιστο γκρι. Αν ήταν λογοτεχνικό βιβλίο θα το έβρισκα βαρετό.
Αν ήταν ποίημα θα ήταν μελαγχολικό. Αν ήταν φωτογραφία θα ήταν μουντή και θολή Αν ήταν μουσική οπωσδήποτε θα ήταν βαρύ μινοράκι.
– 2020…άλλη μια περιστροφή γύρω από τον ήλιο ολοκληρώθηκε…
2021… Σ’ ευχαριστώ για όλα τα καλά 2020 και περιμένω το 2021 με ακόμα περισσότερα καλά. Καλή χρονιά με τέχνη και πολιτισμό αυτά χρειάζεται ο άνθρωπος για να εξακολουθεί να είναι άνθρωπος… Ευχαριστώ πολύ για την όμορφη αυτή κουβέντα μας

Επιμέλεια κειμένου 
Μανολωπούλου Μαριάννα
Αρθρογράφος, Συνεργάτης COA

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΝΟΗΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ-ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΥΓΕΙΑ, ΔΑΒΛΑΡΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Νοητική Αφύπνιση – Σωματική Υγεία


Όλο το σώμα, το κάθε σώμα είναι ένα τοπίο, ένα τοπίο και μια αντένα. Ένα χαρτογραφημένο τοπίο για τους γνώστες και μια κεραία, ένας διαμεσολαβητής που αναλαμβάνει την επικοινωνία και την σύνδεση του υλικού πεδίου με τον αόρατο κόσμο των σκέψεων, των συναισθημάτων και των δεδομένων του υποσυνείδητου. Με άλλα λόγια το σώμα εκφράζει και υλοποιεί τα επίπεδα λειτουργίας της συνολικής υπόστασης του ανθρώπου.
Άρα ο σύγχρονος άνθρωπος και όλες οι επιστήμες που δημιουργήθηκαν προς υποστήριξη και θεραπεία του, καλούνται στην αποκωδικοποίηση των σημάτων που αποστέλλει το σώμα με ποικίλους τρόπους. Όσο η επιστήμη προχωρά στην καταστολή των οποιοδήποτε συμπτωμάτων, τόσο ο οργανισμός εφεύρει νέα και διαφορετικού είδους προβλήματα.
Και ενώ η επιστήμη εξελίσσεται με ραγδαίους ρυθμούς, παράλληλα ένας νέος τομέας που καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο μέρισμα στην ανθρώπινη παθολογία κάνει την εμφάνισή του, αυτόν που αποκαλούν αυτοάνοσα, ενώ συγχρόνως όλο και πιο συχνά οι γιατροί αναφέρονται στον ορό Ψυχοσωματικά αιτία, προβλήματα κλπ.


Τα επιτεύγματα της επιστήμης είναι αξιοθαύμαστα, παράλληλα όμως θα έλεγα ότι δημιουργείται, ένα νέο παγκόσμιο κίνημα που ασχολείται με την αποκρυπτογράφηση των σωματικών συμπτωμάτων, ώστε να κατευθύνει τον μέσο άνθρωπο στην προληπτική ιατρική αλλά και την αυτογνωσία.
Ένα κίνημα που παντρεύει και ενώνει την σοφία των φιλοσοφικών και πνευματικών μονοπατιών της ανατολής, με την γνώση και την επιστημονική τεκμηρίωση της δύσης, την θεωρία με την πράξη, την αυτογνωσία με την θεραπεία και την προληπτική ιατρική με το ευ ζην!
Εδώ και δεκαετίες κυκλοφορούν πολλά βιβλία και γράφονται συνεχώς νέα που περιλαμβάνουν ειδικούς καταλόγους που αναφέρονται στην σύνδεση συγκεκριμένων τρόπων σκέψης και πεποιθήσεων με αντίστοιχες ασθένειες. Όπως γεννούνται και αναγεννούνται πολλά ψυχοθεραπευτικά συστήματα και θεραπευτικοί μέθοδοι, με κεντρικό άξονα το σώμα και τον τρόπο λειτουργίας του, τις επιδόσεις του, τις άπειρες δυνάμεις και δυνατότητες που έχει, την ικανότητα αυτό ίασης και πώς την ενεργοποιούμε…
Διότι το ζητούμενο πλέον για τον σύγχρονο αναζητητή, δεν θα είναι ο τρόπος θεραπείας μιας επώδυνης ασθενείας, αλλά η πρόληψή της και κυρίως, η αυτοβελτίωση, η ανάπτυξη και η εξέλιξη.

Δαβλάρα Βασιλική
Σύμβουλος Πνευματικής Ανάπτυξης

 

ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΠΙΤΙ…ΤΙ, ΈΤΣΙ ΑΠΛΑ;

«Μένουμε σπίτι».. Τι, έτσι απλά;

Σίγουρα το ‘ μέσα στο σπίτι’ έχει αρχίσει να σου σπάει τα νεύρα. Σαφώς και δεν λείπουν οι στιγμές που όχι απλά βαριέσαι, αλλά δεν βρίσκεις ούτε έναν λόγο να σηκωθείς από τον καναπέ σου. Για αυτό όμως είμαι εγώ εδώ, προτείνοντάς σου διάφορους τρόπους για να γεμίσεις τον άπλετο χρόνο σου.
Άκου μουσική. Ξεκινάω με αυτό καθώς με βρίσκεις λάτρη της μουσικής. Είναι όμορφο και ταυτόχρονα ψυχαγωγικό το να ακούς την μουσική που σου αρέσει. Μην σταματάς όμως εκεί! Είναι ευκαιρία να ανακαλύψεις και άλλα είδη μουσικής που ίσως δεν ήξερες ότι σου αρέσουν. Αν και αυτό όμως δεν σε καλύψει απόλυτα, σου έχω και άλλη ιδέα. Άκου ραδιοφωνικούς σταθμούς. Εκεί εκτός από τα διάφορα είδη μουσικής θα μπορείς να ακροαστείς και ζωντανές εκπομπές που σίγουρα θα φτιάξουν τη διάθεση σου.


Μαγείρεψε. Ήρθε η στιγμή όπου θα εξελίξεις την μαγειρική σου. Ψάξε συνταγές αλμυρές ή γλυκές και ξεδίπλωσε το ταλέντο που κρύβεται μέσα σου. Φτιάξε φαγητά η γλυκά που δεν έχεις ξανά φτιάξει, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες για σίγουρα αποτελέσματα. Δεν είναι να παίζουμε με αυτά!
Κάνε γυμναστική. Σίγουρα δεν ξετρελάθηκες με αυτό. Εκτός από ιδέες όμως έχω και επιχειρήματα. Αφού έχεις μαγειρέψει ωραία κάποιος πρέπει να τα φάει κιόλας. Κρίμα δεν είναι όλα αυτά να γίνουν «ψωμάκια» στους γλουτούς σου; Οπότε κάνε λίγη γυμναστικούλα, να ξεπιαστείς και εσύ και ο καναπές σου.
Κάνε ένα spa yourself. Μια καλή ιδέα είναι να περιποιηθείς τον εαυτό σου… ( σιγά μην δεν έβρισκα τρόπο εγώ, να τρυπώσω στην καθημερινότητα σου την περιποίηση). Αρχικά κάνε ένα ζεστό αφρόλουτρο με ωραίες μυρωδιές, άναψε κεράκια και χαλάρωσε όσο μπορείς. Συνέχισε με έλαια στα μαλλιά σου και κρεμούλες σε όλο σου το σώμα. Η σωστή ενυδάτωση πρέπει να σου γίνει τρόπος ζωής. Μην παραμελείς ποτέ το δερματάκι σου!
Πειραματίσου με το στυλ σου. Ποτέ δεν είναι αργά να δεις και άλλες οπτικές στην εμφάνιση σου. Συγκέντρωσε τα ρούχα σου και ξανά ταίριαξέ τα όλα μεταξύ τους. Αυτή τη φορά διαφορετικά. Έτσι και θα ανανεωθείς ανέξοδα και επιτέλους θα βάλεις μία τάξη στην ντουλάπα σου! Ευκαιρία λοιπόν τώρα στο σπίτι να φορέσεις και λίγο περισσότερο τις ωραίες σου φόρμες. Δεν είναι ανάγκη να φοράς πιτζάμες. Ίσα ίσα που θα νιώθεις πιο περιποιημένη και όμορφη.


Διάβασε ένα βιβλίο. Όχι έτσι απλά! Βάλε ένα ποτήρι κρασί, άναψε δύο- τρία κεράκια και διάλεξε ένα ωραίο βιβλίο να γεμίσεις εποικοδομητικά τον χρόνο σου. Ασφαλώς θα σε χαλαρώσει αλλά θα έχει περάσει και η ώρα σου πιο όμορφα από το να κοιτάς άνευ λόγου το ταβάνι!
Δεν είναι λίγες οι στιγμές που απελπιζόμαστε με τους φόβους μας και τις ανασφάλειες μας. Καθώς και η περίοδος που διανύουμε συνεχίζει να είναι δυσάρεστη. Φρόντισε όμως πρώτα την ψυχή σου, τον εσωτερικό σου κόσμο και σου υπόσχομαι πως η εξωτερική σου εμφάνιση θα λάμπει! Μην ξεχνάς να αγαπάς τον εαυτό σου!

Επιμέλεια κειμένου
Γκιώνη Βαλάντια
Αρθρογράφος, Συνεργάτης COA

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΧΕΡΙ, ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

Το Κορίτσι Με Το Φεγγάρι Στο χέρι

Μενέλαος Λουντέμης, ( 14 Ιανουαρίου 1912 – 22 Ιανουαρίου 1977)

 

Το θυμότανε. Πάντα. Δυνατά. Τις μέρες και τις νύχτες. Σαν «όνειρο», σα μοσκοβολιά, κι έλεγε… -το ‘λεγε όλες τις στιγμές, και το παράγγελνε με πάθος στον εαυτό του― αν γλύτωνε, αν ξανανέβαινε στο φως, να ψάξει, να κοσκινίσει όλον τον κόσμο, ώσπου να την βρει ― όποια κι αν ήταν, όπως κι αν την έλεγαν…― και να σκύψει να της φιλήσει τα χέρια, να την γεμίσει με δακρυσμένα «ευχαριστώ».
Εκεί μέσα που τον έθαψαν, που τον είχαν σα λείψανο ριγμένο, λαχτάρισε και δίψασε. Δίψασε για ένα σημαδάκι χλόη, για μια σταλίτσα του απάνω κόσμου. Ένα γέλιο μικρού παιδιού ή ένα τζιτζίκι… Κάτι που να μη θυμίζει αυτόν τον μουχλιασμένο και πνιγερό τάφο. Εκεί κάτου τα ‘χε ξεχάσει όλα. Το χρώμα του κόσμου, τη μέρα. Τι χρώμα είχε, αλήθεια, η μέρα; Ήταν γαλάζια; ή άσπρη;… Γιατί εδώ τα μάτια του ήταν άχρηστα, περιττά. Εδώ ζούσε μόνο με τ’ αφτιά και τα δάχτυλα. Την πρώτη μέρα που τον κατέβασαν είχε μαζί του και τη μύτη του μα ύστερα την έχασε. Τον έπιασε καταρροή κι ανόστησαν όλα. Πρόφτασε μονάχα να μυριστεί ότι βρομούσε βαριά κι ανυπόφορα εκεί μέσα… Κάτι σαν υπόνομος, σαν λάκκος ψοφιμιών. Ότι βούιζε σα βαθύ πιθάρι. Ύστερα όλα μπερδεύτηκαν. Το σκοτάδι τα κατάπιε και τ’ αφάνισε όλα. Κάπως έτσι θα ‘πρεπε να ‘ναι στον άδη. Έτσι άχαρα, έτσι στυφά. Μόνο που τώρα πρέπει να του πάρουν αυτό τ’ όνομα, και να τον λένε «Απομόνωση». Θα του ταιριάζει περισσότερο.
Είχε μια πίκρα, που την έφερε μαζί του απ’ έξω. Ότι δεν πρόφτασε να δει το φεγγάρι. Το σπίτι που κρυβότανε ήταν παράμερο, σα μια γούβα, με τα παράθυρα πάντα κλειστά, πάντα, μέρα και νύχτα.
Ά… το φεγγάρι… Έπρεπε να είχε προφτάσει να το δει. Όμορφα είναι και με τον ήλιο, ― ά, ναι…― και μ’ αυτόν, είναι πολύ όμορφα. Μα με το φεγγάρι… Μ’ αυτό είναι αλλιώτικα. Ο κόσμος γίνεται μαγευτικός, σαν παραμυθένιος. Σκέψου… Αυτός κι εκείνη ― το Ολγάκι― με φεγγάρι. Βράδυ αττικό. Και το φλύαρο ζεστό χεράκι της χωμένο στο δικό του. Το Ολγάκι… Ακουμπισμένο απάνω του σφικτά στο ξύλινο καναπεδάκι. Κι από πάνω η ακακία με το φεγγάρι μπλεγμένο στα κλαριά της. «Ολγάκι… κόψε μου κείνο το χρυσό μήλο» ― «Κλείσε τα μάτια να στο κόψω…». Το μάγουλό της, τρυφερό, μεταξένιο, τριβότανε μ’ ένα μικρό θρόισμα απάνω του. «Ώ, τι γλυκό και μοσκοβολημένο φεγγάρι…».
Τώρα που να είναι, τι να κάνει; Το Ολγάκι…
Ήταν τρυφερό, το μόνο τρυφερό συναπάντημα της ζωής του. Μικρό… ολομόναχο. Ανίδεο απ’ τη ζωή και τις παγίδες της. Γελούσε σα φρεσκοκομμένο ρόδι και δεν έβλεπε τους λύκους που ακόνιζαν γύρω της τα δόντια τους. Το είχε ανταμώσει λίγο πριν από το γκρεμό και τ’ άρπαξε και το ‘σφιξε πάνω στο τίμιο στήθος του. Και το καλόπιασε. Κείνη ακούμπησε στο μπράτσο του και πάτησε θαρρετά.
Μα αν γλύτωσε το Ολγάκι απ’ το γκρεμό κι απ’ τα δόντια των λύκων, άλλος γκρεμός, ένας αληθινός τάφος, ανοίχτηκε για τον ίδιο. Άλλοι λύκοι άρχισαν να μυρίζουν τα δικά του τα βήματα. Το κατάλαβε στην ώρα. Και της το ‘πε ― κείνη έτρεμε…
― Ξέρεις, Ολγάκι. Το καταλαβαίνω, πως η ανάσα μου εδώ πάνου θα είναι λίγη. Μια μέρα θα με σύρουν σα φονιά, ναι, εμένα. Θα μου ζητήσουν να πατήσω το ψωμί μου. Να παραδώσω τους συντρόφους μου. Να βρίσω το δίκιο του νηστικού. Να πω ήμαρτον για όλα που αγάπησα. Κι εγώ θα πω «όχι». Και τότε, Ολγάκι, ― δεν έχουμε καιρό να στο εξηγήσω γιατί― τότε μπορεί να με κρεμάσουν ανάποδα, ή να με θάψουν ζωντανό. Και να με κρατούν, κρεμασμένο ή θαμμένο, ώσπου να πέσω ν’ απαρνηθώ. Τότε, Ολγάκι, θα μείνεις ολομόναχο. Και πρέπει να σφίξεις τα δόντια σου. Παντού παραμονεύουνε λύκοι διψασμένοι για πλάσματα σαν και σένα. Πρέπει να σφίξεις τα δόντια και να περιμένεις ώσπου να με ξεθάψουνε ― γιατί κάποτε θα με ξεθάψουνε. Θα κουραστούνε και θα με ξεθάψουνε. Τότε θα μου ξαναδώσεις πάλι να σφίξω το χεράκι σου… και δε θα τ’ αφήσω πια ποτέ.
Που να είναι άραγε τώρα το μικρό του, το ολόμικρό του Ολγάκι;…
Εδώ κάτου όλα ήταν μαύρα σαν κατράμι. Όλα σκεπασμένα με νύχτα πηχτή. Μπερδεμένα τα μερόνυχτα. Σμιγμένη η νύχτα με τη μέρα σε μια μόνη νύχτα χωρίς σύνορα. Είχε πάψει πια να μετράει, γιατί από πού ν’ αρχίσει; Με τι να μετρήσει; Εδώ ήταν όλα ένα μονοκόμματο σκοτάδι. Οι ώρες, τα λεπτά, οι μήνες και τα χρόνια. Τα ρολόγια και τα καλαντάρια, ήταν γι’ αυτούς που ζουν στο ξέφωτο του κόσμου, που έχουν τα μάτια, και που τους χρειάζονται τα μάτια. Εδώ «ζω» θα πει ψηλαφώ.
Έτσι σερνόταν αυτή η άσωτη μαυρίλα, έτσι λίμναζε αυτή η ασήκωτη πίσσα που απάνω τη λένε χρόνο. Κι έτσι θα σερνόταν, κι έτσι θα λίμναζε… αν…


Αν δεν γινότανε αυτό το θαμπωτικό και πρωτάκουστο, αν κάποτε, ξάφνου δεν γινόταν φως. Τι ήταν; Από πού ξεκίνησε; Τι ζητούσε;… Δεν ήξερε. Η αλήθεια είναι ότι έγινε, ότι κάποτε ― μέσα στα βαθιά έγκατα― έπεσε φως. Μόλις το είδε, έτριψε καλά τα μάτια του, κούνησε το μυαλό του, μην ήταν ψέμα, μην τον περιπαίζανε τα όνειρα. Όχι. Ήταν αλήθεια! Σύρτηκε με τα τέσσερα και κόλλησε τα μάτια του στην τρυπούλα του κελιού. Ήταν φως! Ένα κορίτσι (όνειρο;…) ένα κορίτσι αλαφροπάτητο περνούσε με το φεγγάρι στο χέρι. Φίλησε το βρώμικο σανίδι της πόρτας… Ήταν φως! Η ζωή ήταν ακόμη στη θέση της! Μα δεν πρόφτασε να χαρεί. Χοντρά βήματα ακούστηκαν ξοπίσω της. Και μ’ όλο του το σάστισμα μπόρεσε να ξεχωρίσει τη βαριά σιλουέτα του Σβαρτς, του βασανιστή και σκυλάνθρωπου, που δέκα ολάκερα μερόνυχτα τον παίδευε, πριν τον θάψει εδώ μέσα. Ναι, ήταν αυτός. Μα που την πήγαινε την άγνωστη με το φεγγάρι; Δεν πρόφτασε να την μελετήσει καλά, είχε μόνο ξεχωρίσει τα μαλλιά της ― χρυσά πίσω απ’ το φως, και το μπόι της, αρκετά ψηλό. Τίποτ’ άλλο. Τα βήματα πέρασαν κι έσβησαν.
Κάθισε να τρίβει τα μάτια του. Ήταν φως; Ήταν αλήθεια; Ο κόσμος πέρασε από δίπλα του γρήγορος σαν αστραπή, και χάθηκε πίσω απ’ το διάδρομο. Έχωσε το κεφάλι του μέσ’ στα μπράτσα κι απόμεινε κει. Πέρασαν ώρες, δε θυμόταν πόσες. Σίγουρα. Δεν ήταν αληθινό ό,τι έτρεξε. Του φάνηκε. Όλα τα ‘φερε ο πυρετός. Ο πυρετός απ’ τις κακοφορμισμένες πληγές του. Έτσι θα ήταν. Κρίμα…
Κοιμόταν. Τον είχε κλεφτοπάρει έτσι κουλουριασμένος, όπως έμενε. Μπορεί να ονειρεύτηκε κιόλα. Ένα όνειρο γεμάτο φεγγάρια, φεγγάρια και κορίτσια. Ένα παγκάκι μια ακακία… Μα τι ‘ταν αυτό; Σήκωσε το κεφάλι του. Το φεγγάρι. Το κορίτσι με το φεγγάρι ξαναπερνούσε. Όχι, δεν ήταν όνειρο… Δεν ήταν ψέμα… Αχ… εξαίσιο πέρασμα… χαμόγελο της ζωής. Υπάρχεις λοιπόν; Κι εσύ γυναίκα, όποια κι αν είσαι, να ‘σαι ευλογημένη. Αφού υπάρχει το φως όλα υπάρχουν. Τώρα μπορεί να κυλήσει όσος μαύρος χείμαρρος θέλει. Η ζωή υπήρχε! Και τον περίμενε.
Τότε ορκίστηκε. Αν ζούσε, αν ανέβαινε στο φως, να ψάξει, να την βρει, και να την βρει, και να την προσκυνήσει, όποια κι αν ήταν, όπως κι αν την έλεγαν. Γιατί τον δυνάμωνε, γιατί κατέβηκε στα τάρταρα, για να του φέρει το φως, και την εγκαρτέρηση.
Έτσι το θυμόταν: Δυνατά, επίμονα, με πάθος… Όλον τον κατοπινό καιρό, όσος ήταν. Τον όρκο τον είχε βάψει στις πληγές του. Το θυμόταν κι όταν σύρτηκαν οι βαριές αλυσίδες ― γιατί κάποτε οι αλυσίδες σύρτηκαν― και τον πέταξαν ξανά στο φως. Θυμόταν και τα λόγια που αλλάξανε ξοπίσω του οι φύλακες. «Μπορείς απ’ την πέτρα την ξερή να βγάλεις νερό, απ’ αυτόν δε βγάζεις λέξη».


Δίπλα στο Ιεροξεταστήριο ήταν ένα καφενεδάκι. Κάθισε στην πρώτη καρέκλα που σκόνταψε. Κάθισε, γιατί δεν μπορούσε ούτε να δει, ούτε να σκεφτεί, ούτε να περπατήσει. Ακόμα ψηλαφούσε… Ήρθε ένας μεσόκοπος άντρας και στάθηκε από πάνω του.
― Από κάτω έρχεσαι;… του λέει με πονετική φωνή. Φαίνεσαι. Είσαι σα χασές. Να σου φέρω ένα καφεδάκι, παιδί μου, να στυλωθείς;
― Πόσον καιρό έχω; Τον ρωτά.
― Που να ξέρω… Πότε σε πιάσανε; πε μου και θα το βρούμε.
― Αρχές Απρίλη.
― Χμ… Σήμερα έχουμε τέλη του Νοέμβρη.
― Τέλη του Νοέμβρη;…
Εφτά μήνες… Εφτά ολοστρόγγυλους μήνες… Μόνο με ψωμί… Νερό και ψωμί, που του το πετούσαν αμίλητοι απ’ την τρυπίτσα. Αμίλητοι, για να μην ακούσει ανθρώπινη μιλιά, κι αναθαρρήσει…
Ο καφετζής ξαναγύρισε με το δίσκο.
― Πάρε, παιδί μου. Κι απόθεσε τον καφέ.
Δεν τον πρόσεξε. Έπεσε πάνω στο νερό με λαχανητό.
― Μπάρμπα… του λέει. Και γαντζώνει πάνω στο ρούχο του. Μπάρμπα, όποιος κι αν είσαι. Έκανα έναν όρκο εκεί κάτω. Και θέλω τώρα που βγήκα να τον ξεπληρώσω…
― Ποιον παιδί μου; Λέγε…
― Κάποτε… δεν ξέρω πότε. Μα μια μέρα… ― ή μια νύχτα…, δε θυμάμαι― εκεί κάτω έγινε φως. Ένα κορίτσι…
― Άσε, ξέρω.
― Ξέρεις;
― Ναι, άσε, ξέρω… Να, εκειδά στο στενάκι κάθεται. Τη βλέπεις κείνη την πόρτα την κανελιά με το χερούλι; Έ, κει κάθεται.
― Ποιος; Το κορίτσι;
― Το κορίτσι. Δώσε στην πόρτα τρεις χτυπησιές και θα σ’ ανοίξουνε. Το ξέρω το κορίτσι. Είναι το τελευταίο κελεπούρι του Σβαρτς. Έχει καναδυό μήνες που το σπίτωσε.
― Του Σβαρτς;… Κάνει σαστισμένος. Και καλά, γιατί ο κύριος δεν πηγαίνει εκεί; Γιατί την κατεβάζει στον μαύρο κόσμο, κάτου στα έγκατα της γης;
― Άπιαστος κόσμος, παιδί μου, χαλασμένος, πώς το λένε… Να, είναι διότροπος, διεστραμμένος, βίδα… πώς το λένε;
― Άσε, μπάρμπα, κατάλαβα. Στην κανελιά πόρτα είπες; Άσε, κατάλαβα. Γεια σου…
Έχωσε τη σκούφια του βαθιά κι έφυγε. Παραπατούσε σα μεθυσμένος. Σερνόταν τοίχο-τοίχο ώσπου έφτασε στο χερούλι της καφετιάς πόρτας και κρεμάστηκε απάνω του. Ένα ξεπλυμένο μούτρο χάραξε την πόρτα και τον κοίταξε στυφά-στυφά.
― Πάαινε παρακάτω, χριστιανέ μου… Δεν έχει…
― Τι;
― Δεν έχουμε λιανά.
Έπιασε με δύναμη την πόρτα και την έσπρωξε μέσα.
― Λιανά;… Λιανά είπες; Για ποιον λοιπόν με πέρασες;
Η γριά τον μέτρησε φοβισμένη.
― Καλά… Κόπιασε. Μα τι ορίζεις;
― Θέλω… (Σταμάτησε. Τι ήθελε;… Σκούπισε τον ιδρώτα του). Θέλω τη… (Μα πως την έλεγαν;). Θέλω… Θέλω τη… την «απαυτή»… τη λεγάμενη του Σβαρτς.
― Χμ…Χμ… κάνει η γριά και ξερογλείφεται. Δεν είναι για τα δοντάκια σου, καψερέ μου. Πάαινε.
― Όχι, γιαγιά. Όχι, να μη χαρώ τα μάτια μου. Δεν…
― Πάαινε… πάαινε… Δεν είναι για κανέναν. Μη βλέπεις με κείνον. Έχει το λόγο της. Ποιον λόγο;… Κείνη ξέρει. Κάτι, λέει, της έταξε… Δεν είναι της «δουλειάς» το κορίτσι, μάτια μου. Τράβα.
― Γιαγιά… κάνει και της σταυρώνει τα χέρια. Δε με κατάλαβες. Δε με νοιάζει ποιανού είναι και τι κάνει. Εγώ θέλω μόνο να τη δω. Τίποτα άλλο. Μόνο να τη δω.
― Να τη δεις; Άλλο και τούτο! Και γιατί;
Κείνη την ώρα ακούστηκαν ξοπίσω βήματα.
― Να… πες τα στην ίδια… λέει η γριά. Άκου, Όλγα, κορίτσι μου. Στράφηκε. Κοντά του ήταν ένα τραπέζι…
― Τι είναι, γιαγιά; Ρώτησε το κορίτσι.
Τότε έγινε κάτι σα σεισμός. Μα αυτός ωστόσο δεν έπεσε. Στάθηκε αντίκρυ της σαν κέρινη σκιά… (Το μικρό του πάναγνο Ολγάκι…).
Κείνη έπαιξε με δύναμη τα μάτια. Ύστερα τα ‘κλεισε και περίμενε τα νύχια του. Δεν έγινε… Ο άνθρωπος που στεκότανε αντίκρυ της έβγαλε αργά-αργά το σκούφο του και γονάτισε. Κείνη έπεσε στα χέρια της γριάς. Κάτι ζεστό άγγιξε το μέτωπό της… Ένα ζεστό στόμα πέρασε σιγά, λεπτά, με ευλάβεια απ’ τα μαλλιά της… Κι ύστερα ξεμάκρυνε…
Άνοιξε τα μάτια της. Ο άνθρωπος με το φιλί έφευγε. Κι η τραγιάσκα του… ήταν ακόμη κρεμασμένη απ’ το χέρι… Της ήρθε να φωνάξει. Να τρέξει ξοπίσω του, να τον προφτάσει…, μα τα πόδια της ήταν κολλημένα. Ήθελε να του φωνάξει. Να περιμένει. Να δει πως θα πέφτει, και πως θα φιλεί ένα-ένα τα βήματά του… μα κείνος είχε ξεμακρύνει. Ακούστηκε να κλείνει ξοπίσω του η πόρτα.
Και τότε… Τότε κατάλαβε… ― κι έμπηξε φωνή― κατάλαβε… πως στον τάφο που κατέβηκε για να τον βγάλει, έμεινε για πάντα θαμμένη η ίδια…

Επιμέλεια κειμένου
Παπαδανιήλ Ελπίδα
Αρθρογράφος, Συνεργάτης COA